Οι έρευνες από το 1997 έως το 2006

Σουηδοί αρχαιολόγοι επέστρεψαν στην Καλαυρεία το 1997 μετά από πρόσκληση από την τοπική Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία. Ο ίδιος ο αρχαιολογικός χώρος είχε απαλλοτριωθεί το 1978 και τότε κατεδαφίστηκαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τα κτήρια της αγροικίας που είχαν χτιστεί στον χώρο στις αρχές του 20ου αιώνα.  Κατά την σύντομη καμπάνια του 1997 σκοπός μας ήταν κυρίως να χαρτογραφήσουμε τα υπάρχοντα ερείπια που αποκαλύφθηκαν το 1894. Μία και μόνο τομή ανασκάφτηκε δίπλα στον δυτικό τοίχο του περίβολου του Ναού του Ποσειδώνα, με σκοπό να χρονολογηθεί αρχαιολογικά αυτός ο τοίχος. Το σπουδαιότερο αποτέλεσμα αυτής της ανασκαφής ήταν η αποκάλυψη ενός κτηρίου, που αν κρίνουμε από το μέγεθος της τοιχοποιίας του ήταν μεγάλο. Το κτήριο αυτό χρονολογείται στο τέλος της Εποχής του Χαλκού ή στον 11ο αι π.Χ. Μερικά στοιχεία μέσα στο κτήριο υποδηλώνουν μία λατρευτική λειτουργία. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον καθώς το ζήτημα της ύπαρξης του ιερού κατά την εποχή του Χαλκού έχει προκαλέσει έντονες αντιπαραθέσεις. Το 1999 και το 2000, μικρής κλίμακας ανασκαφές στο εσωτερικό του Κτηρίου D επιβεβαίωσαν την χρονολόγηση του στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. Στο νοτιοδυτικό τμήμα του κτηριακού συγκροτήματος βρέθηκε ένας βωμός και κατά μήκος των εσωτερικών τοίχων πιθανά στηρίγματα κλινών (είδος καναπέ συμποσίου). Επίσης μικρογραφικά αγγεία βρέθηκαν σπασμένα κι ενσωματωμένα στο χωμάτινο δάπεδό του δωματίου. Όλα αυτά υποδηλώνουν ότι το κτήριο είχε ίσως μία λατρευτική λειτουργία. Το 2001 και 2002 η προσοχή μας στράφηκε στο καθάρισμα του δυτικού τμήματος του αρχαιολογικού χώρου από τα μπάζα των ανασκαφών του 1894 και όσων κτηρίων της αγροικίας βρίσκονταν ακόμη εκεί. Το έργο αυτό θεωρήθηκε απαραίτητο τόσο εν όψη μελλοντικών ανασκαφών όσο και για να γίνει ο αρχαιολογικός χώρος πιο προσιτός στους επισκέπτες. 

 Τα Κτήρια E, D και C κατασκευάστηκαν στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. E. Savini.Τα Κτήρια E, D και C κατασκευάστηκαν στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. E. Savini.

Μεταξύ του 2003 και 2005 οι ανασκαφές στην Καλαυρεία διενεργήθηκαν στα πλαίσια ενός ερευνητικού προγράμματος με τίτλο « Φυσικό περιβάλλον και καθημερινή ζωή στο Ιερό του Ποσειδώνα στην Καλαυρεία (Πόρος)», που χρηματοδοτήθηκε από το Ερευνητικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας της Σουηδίας (The Stiftelsen Riksbankens Jubileumsfond ). Αυτή την περίοδο ανασκάφθηκαν ενδελεχώς τα Κτήρια D και C, ενώ εφαρμόστηκαν σύγχρονες μέθοδοι ανασκαφικής τεκμηρίωσης και επεξεργασίας δειγμάτων χώματος. Αρχαιολογικά και τα δύο κτήρια χρονολογήθηκαν στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., που, όπως διαπιστώθηκε, είναι μία από τις σπουδαιότερες φάσεις οικοδόμησης (οι άλλες ήταν τα τέλη του 8ου αιώνα καθώς και το τέλος του 6ου και οι αρχές του 5ου αι π.Χ.). 

Θραύσματα γιγαντιαίου Αττικού αμφορέα κατασκευασμένου γύρω στα 725 π.Χ. C. Mauzy.Θραύσματα γιγαντιαίου Αττικού αμφορέα κατασκευασμένου γύρω στα 725 π.Χ. C. Mauzy.Κατάλοιπα κτηρίων που χρονολογούνται στον 8ο αιώνα π.Χ. ή αλλιώς στο τέλος της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου, αποκαλύφθηκαν κάτω από το δυτικό τμήμα του Κτηρίου D. Μεταξύ των ευρημάτων ήταν ορισμένα μεγάλα θραύσματα γιγαντιαίων αμφορέων, κάποιοι από τους οποίους είχαν σίγουρα κατασκευαστεί στην Αθήνα. Αρκετά από τα θραύσματα αυτά βρέθηκαν θαμμένα μέσα σε ορύγματα μαζί με κομμάτια από μεγάλους κρατήρες του τέλους της Εποχής του Χαλκού (πρώτο μισό του 11ου αιώνα π.Χ.). Αυτή η συνύπαρξη ίσως υποδηλώνει κάποιου είδους τελετουργικό που στόχευε στην σύνδεση μ’ ένα παρελθόν που οι Έλληνες της Εποχής του Σιδήρου θεωρούσαν ηρωικό. Κατά τον 7ο και 6ο αιώνα π.Χ. αυτό το τμήμα του χώρου ήταν ίσως μία ανοιχτή περιοχή κατάλληλη για εορταστικά φαγοπότια, που επισημοποιήθηκε και μορφοποιήθηκε μόνο κατά το τέλος του 6ου αιώνα μέσω ενός συστήματος αναλημματικών τοίχων με περίτεχνη τοιχοδομία. Η ίδια περίοδος υπήρξε κατά πάσα πιθανότητα μάρτυρας της ανέγερσης του Ναού του Πoσειδώνα στο βορειοανατολικό τμήμα του χώρου, παρότι βέβαια η ίδια η λατρεία του Ποσειδώνα ήταν αναμφίβολα πρωιμότερη. Η ανέγερση των Κτηρίων D και C προς το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. ολοκλήρωσε προφανώς την επέκταση του ιερού προς τα νοτιοδυτικά. Η αρχιτεκτονική των κτηρίων αυτών είναι προς το παρόν υπό επανεξέταση από τον Jari Pakkanen. Μερικές ενδιαφέρουσες αποθέσεις υλικών μετα-χρονολογούν τις κύριες αρχιτεκτονικές φάσεις στη θέση, έτσι όπως τις γνωρίζουμε σήμερα. Τα υπολείμματα από ένα γιγαντιαίο φαγοπότι θάφτηκαν σ’ ένα τριγωνικό περιφραγμένο χώρο έξω από το Κτήριο D. Η απόθεση αυτή χρονολογείται γύρω στο 165 π.Χ., πράγμα που τονίζει την Ελληνιστική εποχή ως άλλη μία περίοδο δραστηριότητας στο χώρο. Το περιεχόμενο μιας Αρχαϊκής δεξαμενής που ανασκάφτηκε στα βορειοδυτικά του κτηρίου D χρονολογείται στα τελευταία χρόνια της Ελληνιστικής περιόδου ή στην αρχή της Ρωμαϊκής (περίπου 50 π.Χ.). Μεταξύ των ευρημάτων ήταν κόκαλα ζώων όπως σκυλιά, φίδια, μια κουρούνα καθώς και αυγά. Και οι δύο αυτές αποθέσεις αντανακλούν ασφαλώς τελετουργικές δραστηριότητες ενός τύπου που δεν είναι γνωστός από τις γραπτές πηγές.  

Η Αρχαϊκή δεξαμενή κατασκευάστηκε στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. B. Wells.Η Αρχαϊκή δεξαμενή κατασκευάστηκε στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. B. Wells. 

Γεωφυσικές διασκοπίσεις που έγιναν στον αρχαιολογικό χώρο είχαν σκοπό να εντοπίσουν θαμμένα κτήρια με μη ανασκαφικό τρόπο. Αυτές οι έρευνες εκτελέστηκαν από τον Απόστολο Σαρρή και την ομάδα του από το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών στο Ρέθυμνο (ΙΤΕ), πρώτα το 2004 και αργότερα το 2006. Μερικά από τα ευρήματα στα νότια του Κτηρίου D, στ’ ανατολικά του Ναού του Ποσειδώνα, ερευνούνται τώρα ανασκαφικά. Το 2006 μια μεγάλη περιοχή στ’ ανατολικά του ναού καθαρίστηκε και ενσωματώθηκε κι αυτή στον περιφραγμένο αρχαιολογικό χώρο.

Τα αποτελέσματα των ανασκαφών και των άλλων ερευνών στη Καλαυρεία μεταξύ του 1997 και 2006 δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών, τα Opuscula Atheniensia.

AP